ΠΡΌΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΎΣΕΙΣ:

«Η κρίση απελευθέρωσε εικόνες και ιδέες»

krisi-300x190
«Η κρίση για μένα ήταν σαν ένα τσακμάκι, που απελευθέρωσε εντονότερα εικόνες και ιδέες οι οποίες έτσι κι αλλιώς ωρίμαζαν μέσα μου από καιρό». 

Αυτό δηλώνει ο Νίκος Μάντης, που κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών δημοσίευσε δύο διαδοχικά μυθιστορήματα για την κρίση: την «'Αγρια Ακρόπολη» και το «Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί» (κυκλοφορούν αμφότερα από τις εκδόσεις Καστανιώτη).

Η επιταγή κάποιων να αφήνουμε τα γεγονότα να «κρυώσουν» προτού καταπιαστούμε μαζί τους δεν ισχύει για τον ίδιο, αναφέρει ο συγγραφέας σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό Πρακτορείο.

Ο Ν. Μάντης σημειώνει εξάλλου πως με κάθε καινούργιο του βιβλίο νιώθει την ανάγκη να ανεβάζει τον βαθμό του ρίσκου, συμπληρώνοντας πως δεν κατατάσσει τον εαυτό του σε εκείνους που «γράφουν πάντα και παντού». 

Αναλυτικά:

Δύο εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους μυθιστορήματα με θέμα την κρίση. Στην «'Αγρια Ακρόπολη», η κρίση θα εξακοντιστεί σε ένα ζοφερό μέλλον και σε μια κοινωνία με ακραίες ταξικές διακρίσεις. Στο «Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί» η κρίση θα αποτελέσει μέρος μιας πραγματικότητας την οποία βιώνουμε όλοι καθημερινά. Μιλήστε μας για τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο συγγραφέας απέναντι σε ακραία κοινωνικά φαινόμενα.
Θα ήθελα να ήμουν σε θέση να ανατέμνω κάθε φορά, ως εξωτερικός παρατηρητής, τον τρόπο που λειτουργεί η σκέψη μου σε σχέση με τα ερεθίσματα της ζωής. 

Ωστόσο, δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο συγγραφέας θα γράψει εν τέλει «εκείνο που μπορεί», για το οποίο είναι ίσως προορισμένος αν θέλετε• δεν νομίζω δηλαδή ότι έχει τη δύναμη να ελέγχει συνειδητά τη δημιουργικότητά του (ως ένα εσωτερικό τηλεκατευθυνόμενο) συμμορφούμενος πλήρως με τις εκάστοτε προτεραιότητες της εξωτερικής πραγματικότητας. Οι δυνάμεις που τον κινούν έσωθεν, οι εμμονές και οι προτιμήσεις του, είναι δύσκολο να τιθασευτούν με τέτοιο μηχανιστικό τρόπο.

Σε σχέση με την κρίση και την πρόσληψή της, θα έλεγα ότι για μένα ήταν σαν ένα τσακμάκι, που απελευθέρωσε εντονότερα εικόνες και ιδέες οι οποίες έτσι κι αλλιώς ωρίμαζαν μέσα μου από καιρό. 

Πάντα ήξερα ότι θα ασχοληθώ με τη δυστοπία, όπως επίσης ανέκαθεν ήθελα να γράψω ένα «βρώμικο», ρεαλιστικό μυθιστόρημα. Διαφωνώ, τέλος, με τα λογής στεγανά που υψώνονται εν είδει θέσφατου από μερίδα της κριτικής, ως προς την ενασχόληση των συγγραφέων με τη σύγχρονή τους κοινωνία - η περίφημη επιταγή να αφήνουμε τα γεγονότα να «κρυώσουν», πριν καταπιαστούμε μαζί τους. 

Αυτό ίσως να ισχύει για την ιστοριογραφία και τις απαιτήσεις επιστημονικής απόστασης που εγείρει. Ο συγγραφέας όμως οφείλει λογαριασμό μονάχα στη συγκίνησή του. Οφείλει δηλαδή, σε αντίθεση με τον επιστήμονα, να είναι εξόχως υποκειμενικός. 

Έχω την εντύπωση πως και στα δύο βιβλία η κρίση μπορεί να παρομοιαστεί με το σκληρό φως που θα πέσει χωρίς προειδοποίηση πάνω στο επιμελώς κρυμμένο ιδιωτικό, ο δαίμονας που θα αφυπνίσει το ναρκωμένο κακό, ο κινητήρας που θα ενεργοποιήσει οιονδήποτε ανεσταλμένο αμοραλισμό. Είναι αυτό ένα φίλτρο για να αποφευχθούν η πολιτική καταγγελία και η ηθικολογία, που έχουν βασανίσει κατά κόρον τα μυθιστορήματα της κρίσης;Το φίλτρο στο οποίο αναφέρεστε, γνώμη μου είναι ότι ο συγγραφέας πρέπει να το φέρει εγγενώς, ως μέρος του μηχανισμού της ίδιας του της σκέψης. Είναι άλλη η αφετηρία του ανθρώπου που θέλει να κάνει λογοτεχνία, από εκείνη του πολιτικού ινστρούχτορα ή του στρατευμένου ιδεολόγου. 

Σίγουρα, κανείς μας δεν ζει σε κενό, όλοι διαθέτουμε τις απόψεις μας και κάθε επιλογή μας ενέχει πολιτική διάσταση, ακόμα και ο λογοτεχνικός, αισθητικός «τρόπος» του καθένα μας μπορεί να ερμηνευτεί πολιτικά και να οδηγήσει σε συμπεράσματα. 

Ωστόσο, το μέτρο της αξίας για μένα είναι πάντα ο βαθμός της συγκίνησης - η στιγμή δηλαδή που βιώνουμε τη μοναχική επαφή μας με κάτι που υπερβαίνει την εμπειρία μας και ταυτοχρόνως μας συνδέει με αυτήν μέσω της ομορφιάς.

Δεν προσπάθησα συνειδητά να αποφύγω την πολιτική καταγγελία και την ηθικολογία, γιατί δεν ανήκουν πιστεύω στο προσωπικό μου σετ από «λούμπες» που με απειλούν (το ποιες είναι αυτές επιτρέψτε μου να μην το αποκαλύψω, μεταξύ άλλων και για λόγους ανεπάρκειας χώρου). Από την άλλη, υπάρχει και στρατευμένη ιδεολογικά λογοτεχνία πολύ αποτελεσματική, χωρίς τέτοια ψεγάδια. 

Στο μυαλό μου έρχονται, για παράδειγμα, ο Τσίρκας και ο Χατζής, που δίχως να απαρνηθούν ποτέ την αριστεροσύνη τους, έφτασαν στις πιο υψηλές κορυφές των γραμμάτων μας.

Επιστρέφοντας στην «'Αγρια Ακρόπολη», πώς και πόσο επηρέασε η παράδοση της επιστημονικής φαντασίας τη σύνθεσή της;


Πολύ και λίγο ταυτόχρονα. Δεν ανήκω στους φανατικούς του είδους, με την έννοια ότι ενώ έχω διαβάσει πολλούς από τους θεωρούμενους ως κλασικούς (από τον Βερν και τον Ουέλς ως τον Μπάλλαρντ και τον Γκίμπσον), δεν μπορώ να πω ότι παρακολουθώ πιστά τον χώρο. 

Με κάποια υποείδη δε, όπως το καθαρόαιμο φανταστικό (Τόλκιν για παράδειγμα, ή Μάρτιν από τους πιο σύγχρονους), δεν είχα ποτέ τις καλύτερες σχέσεις. Την πίστη ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με το είδος μού την ενέπνευσαν πιο «ανορθόδοξα», μεταιχμιακά διαβάσματα, τα οποία ακροβατούσαν μεταξύ των ειδών, βιβλία π.χ. του Ντέιβιντ Μίτσελ, του Μάικλ Κάνιγχαμ, της 'Ατγουντ, του Ισιγκούρο, του Σορόκιν. 

Έτσι ξεκίνησα, χωρίς πολλή σκευή, έχοντας δει αρκετό κινηματογράφο του είδους βέβαια, και κατέληξα στην «'Αγρια Ακρόπολη». Έχω ήδη τα προπλάσματα των συνεχειών στο κεφάλι μου, τα οποία φιλοδοξώ να πάνε την αφήγηση σε άλλους δρόμους. Ακόμη όμως είναι νωρίς γι' αυτό.

Συζητώντας για το «Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί», θα έλεγα πως είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με ήρωες που αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε μιαν από τις ιστορίες του ενώ περιορίζονται σε θέση κομπάρσου σε μιαν άλλη. Εξηγήστε μας αυτή τη λειτουργία.

Και πάλι θα σας απογοητεύσω, με την έννοια ότι είμαι πολύ κακός στο να αναλύω τα πεπραγμένα μου. Ωστόσο, θα προσπαθήσω: το βιβλίο αυτό ξεκίνησε να γράφεται πιο αυθόρμητα από οτιδήποτε άλλο έχω γράψει, ακολουθώντας την ανάγκη μου να μιλήσω μέσα από ανθρώπους και καταστάσεις που ποτέ δεν είχα τολμήσει να ενσαρκώσω ως τότε. Ήθελα, όπως λέει και ο Λου Ριντ στο τραγούδι του, «να κάνω μια βόλτα στην άγρια πλευρά».
 
Ένιωθα επίσης έντονη την ανάγκη να αποτινάξω εκείνο το στοιχείο της γραφής μου που είχα βαρεθεί πια και που θεωρούσα ότι είχε καταντήσει βαρίδι: την καλλιέπεια και τη φροντίδα του λόγου, η οποία κρατούσε τα κείμενά μου εξόχως περιποιημένα και «σωστά» (όπως νομίζω, τουλάχιστον), αλλά και λίγο άψυχα και τεχνητά, σαν όμορφα θερμοκήπια.
 
Ήταν ένας φόβος που τον είχα από την αρχή, από το «Ψευδώνυμο» ακόμα, και κορυφώθηκε με το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Το χιόνι του καλοκαιριού», όπου έπεσα περισσότερο στη λούμπα αυτή (εδώ κουμπώνει η λέξη).

Ξεκινώντας, λοιπόν, την εν λόγω βόλτα, άρχισα να γοητεύομαι από τις πιθανότητες μιας εντελώς γειωμένης και σχεδόν νατουραλιστικής αφηγηματικότητας, από αυτές τις «φέτες ζωής», όπως έγραψε και μια κριτικός πρόσφατα, και να τις εξερευνώ ολοένα και πιο πολύ. 

Οι ιστορίες είχαν σχεδιαστεί για να αποτελέσουν διηγήματα, έχοντας διαφορετική αφετηρία (μερικές προϋπήρχαν στο μυαλό μου σχεδόν αυτούσιες, άλλες μονάχα ως ψήγματα, ενώ κάποια προήλθε από ένα παλιό θεατρικό έργο που είχα παρατήσει). 

Όταν όμως άρχισα να τις γράφω, φωτίστηκαν με τέτοιο τρόπο που σχεδόν έπρεπε να ενωθούν. Και νομίζω ότι το νήμα που τις ένωσε ήταν η πορεία ενός μοιραίου ανθρώπου, του Ραζέλου ή Ντάνουτ, ενός αγγέλου εξολοθρευτή με την ιδιότητα να καταστρέφει ό,τι αγγίζει, ενσαρκωτή κατά κάποιο τρόπο της ίδιας της κρίσης, ο οποίος μόνο στο τέλος, όταν πια έχει φτάσει στην απόλυτη απελπισία, καταφέρνει κάπως να βρει το κέντρο και την ηρεμία του. 

Είστε ένας συγγραφέας που δίνει κάθε φορά ένα βιβλίο το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τα προηγούμενα, ακόμα κι αν τοποθετείται στο ίδιο θεματολογικό επίπεδο. Σε τι οφείλεται αυτή η διαρκής κινητικότητα, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι;

Νομίζω στην ανάγκη μου να ανεβάζω κάθε φορά το βαθμό του ρίσκου. Για να γράψω χρειάζομαι έντονο κίνητρο, κάτι που να με κάνει να αμφιβάλω για το αν θα μπορέσω να ανταποκριθώ, να με θέσει σε κίνηση σε σχέση με τις δυνατότητες και την αυτοπεποίθησή μου. 

Δεν ανήκω σε εκείνους που γράφουν πάντα και παντού, δεν έγραφα ποτέ ημερολόγιο ούτε κρατάω σκόρπιες σημειώσεις, για μένα η γραφή είναι μια εξαιρετική, «αναγκαστική» θα έλεγα διαδικασία, που με φέρνει σε μεγάλη εσωτερική αναστάτωση, με διαρκείς αμφιβολίες, αυτολύπηση, ακόμα και κατάθλιψη. Και έπειτα, όταν το κείμενό μου έχει ολοκληρωθεί και ετοιμάζεται να παρουσιαστεί, ντροπή (με την έννοια της αιδούς), αγωνία και ανασφάλεια. 

Εκείνο που με κινητοποιεί, σε πείσμα όλων αυτών, είναι η ανάγκη μου για δημιουργία, η ανάγκη να φτιάξω κάτι εκ του μηδενός, που θα το θαυμάσω εγώ και που θα το θαυμάσουν και άλλοι (όσο ψευδαισθητικό κι αν είναι αυτό). Εκεί εντάσσεται και η κινητικότητα ανάμεσα σε είδη και στιλ: θέλω να αιφνιδιάσω και να αιφνιδιαστώ.

Λένε ότι υπάρχουν δύο είδη δημιουργών: οι χαμαιλέοντες, που κάθε τους έργο προσαρμόζεται σε διαφορετική θεματική και αισθητική (όπως ο Κιούμπρικ), και οι ιδιοσυγκρασιακοί, που κάνουν μονίμως παραλλαγές του ίδιου έργου (όπως ο Φελίνι). Γνώμη μου ωστόσο είναι ότι οι πραγματικά μεγάλοι καλλιτέχνες, οι λίγοι στους αιώνες, ήταν μοιραία ιδιοσυγκρασιακοί.

Πώς θα συνδέατε, παρά τις μεγάλες διαφορές, τα δύο πρόσφατα βιβλία σας με το προηγούμενο πεζογραφικό σας έργο;


Σ' αυτό ίσως απάντησα εν μέρει νωρίτερα. Αν κάτι συνδέει πάντως το πεζογραφικό μου έργο μέχρι σήμερα, είναι η χρήση της γλώσσας με έναν τρόπο που επιθυμώ να έχει ενδιαφέρον, η ανάγκη μου για εσωτερικό μονόλογο, και θεματικά η επικέντρωση σε θέματα μνήμης και ταυτότητας, αναφορικά είτε με την απώλεια είτε με τη σύγχυση της ταυτότητας. 

Βλέπω δηλαδή συχνά στα βιβλία μου ανθρώπους με ρευστή ταυτότητα, που υποδύονται κάτι άλλο απ' αυτό που είναι, ή που αντίστροφα εκλαμβάνουν τους ανθρώπους γύρω τους ως ρευστούς, σκοτεινούς και δίχως συγκεκριμένη ταυτότητα.

Δημιουργικά θα έλεγα ότι αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε σταυροδρόμι. Έχω κάνει αρκετά από τα πράγματα που επιθυμούσα μικρότερος, έχω έναν όγκο δουλειάς για τον οποίο δεν ντρέπομαι, και τώρα θα ήθελα να περιμένω για κάποιο διάστημα, και έπειτα, αν όλα πάνε καλά, να δοκιμάσω πιο δυνατά. Έτσι φιλοδοξώ τουλάχιστον, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ζωή δεν μπορεί να σχεδιάζει αλλιώς για μένα, κατά το γνωστό συνήθειό της. 

Τι ετοιμάζετε;

Προς το παρόν ασχολούμαι με μεταφράσεις. Ένα βιβλίο με ποιήματα αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα (side project, όπως λένε αγγλιστί, και ελπίζω να μην μπαίνω με πολύ θράσος στα χωράφια των αυθεντικών ποιητών). Έχω αρκετές ιδέες για πεζογραφία, θα ήθελα όμως να τις αφήσω να ζυμωθούν περισσότερο. 
loading...
Share on Google Plus

Tromero nea

Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον κάντε ένα SHARE να το δούνε και οι φίλοι σας! Σας ευχαριστούμε.
    Σχολιαστε στο Blogger
    Σχολιαστε στο Facebook

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κάντε το σχόλιο σας,η άποψή σας είναι πολύ πολύτιμη για εμάς. Σας ευχαριστούμε.